- δοξάριον
- δοξάριονneut nom/voc/acc sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
δοξάριον — δοξάριον, το (Α) 1. ανάξια λόγου τιμητική διάκριση, ασήμαντο αξίωμα* 2. ασήμαντη δοξασία, θεωρία, διδασκαλία … Dictionary of Greek
δοξαρίοις — δοξάριον neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δοξαρίου — δοξάριον neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δοξαρίων — δοξάριον neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δοξαρίῳ — δοξάριον neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δοξάρια — δοξάριον neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δοξάρι — το (AM τοξάριον, Μ και δοξάριον και δοξάριν) τόξο νεοελλ. 1. ουράνιο τόξο 2. ο ουράνιος θόλος 3. το τόξο έγχορδων μουσικών οργάνων (π.χ. βιολιού) με το οποίο πάλλονται οι χορδές τους 4. όργανο παρόμοιο με δοξάρι για το ξύσιμο μαλλιού, βαμβακιού κ … Dictionary of Greek